Συνέντευξη του Νίκου Ξανθόπουλου
Στην τοπική εφημερίδα της Πάτρας,
Ημέρα, με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου του στην Πάτρα, στις 16 Ιανουαρίου 2006.

«Έχω πλέον κατεβάσει ρολά»
Ημ/νία έκδοσης: 15 Ιανουαρίου 2006
 
«Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα» τιτλοφορείται το αυτοβιογραφικό βιβλίο του πρωταγωνιστή Νίκου Ξανθόπουλου, που κυκλοφόρησε πριν από δύο περίπου μήνες, από τις εκδόσεις «Άγκυρα», και έχει φτάσει ως τώρα τα 20.000 αντίτυπα.

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί σε εκδήλωση που διοργανώνει το βιβλιοπωλείο Μεθενίτη, τη Δευτέρα 16 Ιανουαρίου, στις 8 το βράδυ, στην αίθουσα του ξενοδοχείου «Αστήρ», όπου θα μιλήσουν η φιλόλογος - συγγραφέας Σοφία Χριστοπούλου και ο ίδιος ο Νίκος Ξανθόπουλος.
Μιλώντας στην «Η» ο δημοφιλής ηθοποιός, το αλλοτινό “παιδί του λαού”, όπως τον είχε ονομάσει το κοινό της εποχής, τόνισε ότι στο βιβλίο του έγραψε αυτά που θυμάται και αγάπησε και όχι όσα μίσησε.

«Μέσα στη ζωή συναντάς και δύσκολα πράγματα, καταστάσεις όπου σου φέρονται άσχημα, εκείνα τα σβήνω, δεν θέλω να αναφέρω πράγματα που με πίκραναν», τόνισε χαρακτηριστικά.
Την ιδέα για να γράψει το βιβλίο, του την έδωσε μία δημοσιογράφος που του είχε κάνει μία συνέντευξη για το περιοδικό «Εικόνες». «Η δημοσιογράφος αυτή επέμενε και ολοένα με “τσίγκλαγε” να κάνω την αυτοβιογραφία μου. Θυμάμαι μου έλεγε: αφού έχεις περάσει μία ζωή από σαράντα κύματα…, είσαι παιδί προσφύγων, έχεις περάσει βάσανα, Κατοχή, Εμφύλιο, έπαιξες σε τριάντα έργα στο θέατρο και σε πενήντα ταινίες στον κινηματογράφο, αυτά θέλω να μας διηγηθείς», αναφέρει ο κ. Ξανθόπουλος. Ο 72χρονος σήμερα ηθοποιός και τραγουδιστής τέλειωσε με άριστα τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου είχε συμμαθητές τον Ιάκωβο Ψαρρά, τον Κώστα Κακκαβά και τη Χριστίνα Σύλβα.

Οι γονείς του κατάγονταν από τον Πόντο, ήρθαν στην Ελλάδα το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή και εγκαταστάθηκαν στον προσφυγικό συνοικισμό της Νέας Ιωνίας, όπου και γεννήθηκε ο Νίκος Ξανθόπουλος.

H σχέση του με την Πάτρα

Αυτό που αξίζει ν’ αναφερθεί είναι ότι την περίοδο της Κατοχής, που ο κόσμος έφευγε από τις πόλεις για τα χωριά, για να μπορέσει να ζήσει, η οικογένειά του βρέθηκε στα Αραχωβίτικα Αχαΐας, με τον πατέρα του να δουλεύει σε τράτα. «Όσο υπήρχε ο πατέρας στο σπίτι, εγώ οκτάχρονος αλώνιζα με τους φίλους μου τις παραλίες και τα χωράφια. Οι ξέγνοιαστες παιδικές μου μέρες τέλειωσαν όμως απότομα. Βγήκε ο πατέρας στο βουνό και μία μέρα, εμένα και τη μητέρα μου, μας “μπαγλαρώσανε” οι καραμπινιέροι και μας πήγανε στην Πάτρα. Στο τέλος, μας κλείσανε φυλακή στην Εγλυκάδα, στο τρελάδικο του Λυμπερόπουλου που το χρησιμοποιούσαν τότε για φυλακή», γράφει στο βιβλίο του ο Νίκος Ξανθόπουλος.

Θυμάται ότι όταν ξεκίνησε να δουλεύει ως ηθοποιός, ο κινηματογράφος δεν είχε τεχνικά μέσα, όλοι όμως είχαν ένα πάθος και μία μεγάλη αγάπη για τη δουλειά που έκαναν. «Ήταν μία εποχή συνταρακτική, γινόταν χαμός. Όλη η δεκαετία του ’60 ήταν συνταρακτική, στη διάρκεια της οποίας άνθισαν του κόσμου τα πράγματα. Ο κόσμος είχε ταλαιπωρηθεί τα προηγούμενα χρόνια με τους πολέμους, τον Εμφύλιο, και όταν καταλάγιασαν τα προβλήματα και οι άνθρωποι ηρέμησαν και βρήκαν ένα μεροκάματο να φάνε, άρχισαν να σκέφτονται πράγματα που τους άρεσαν», ανέφερε χαρακτηριστικά.


Ο Νίκος Ξανθόπουλος, στον κινηματογράφο, εξέφρασε τις αγωνίες, τους πόνους και τις ελπίδες του ελληνικού λαού και όπως μας εκμυστηρεύθηκε, μέσα στις ταινίες του εξέφρασε, επίσης, πολλές φορές βιώματα και δικές του εμπειρίες.
Η πιο σημαντική στιγμή στην καριέρα του θεωρεί ότι ήταν όταν έκανε την ταινία «Αγάπησα και πόνεσα», με συμπρωταγωνιστές την Άντζελα Ζήλεια, την Γεωργία Βασιλειάδου και τον Βασίλη Αυλωνίτη.

Η ταινία αυτή, όπως ο ίδιος λέει, του άλλαξε τη ζωή, καθώς μέχρι τότε αγωνιζόταν να βγάλει το μεροκάματο, παίζοντας ότι “λάχαινε” μπροστά του. Σχετικά με την εικόνα του, αναφέρει ότι δεν ήταν η πραγματική αυτή που είχε δημιουργηθεί στον κόσμο μέσα από τις ταινίες του. «Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι με πήραν από το διπλανό γιαπί και με έβαλαν και έπαιξα στον κινηματογράφο, ότι ήμουν αγράμματος και άσχετος.

Εγώ όμως ό,τι λεφτά μου περίσσευαν τα έδινα σε βιβλία,
έχω μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες, και οι άλλοι νόμιζαν ότι είμαι ο αγράμματος, το εργατάκι», ανέφερε ο κ. Ξανθόπουλος. Σήμερα, όταν παρακολουθεί στην τηλεόραση τις παλιές ταινίες του, τον πιάνει μελαγχολία. «Βλέπω πόσο νέος και καλός ήμουν, τώρα γέρασα, από την άλλη βλέπω όμως ορισμένα πράγματα πόσο καλύτερα θα μπορούσαν να είχαν γίνει.

Υπήρχαν τεχνικές δυσκολίες, ενώ έλειπαν και τα λεφτά για να γυριστεί μία καλή ελληνική ταινία». Ο Νίκος Ξανθόπουλος έχει επιλέξει, εδώ και δέκα χρόνια, να “κατεβάσει ρολά”, όπως λέει.

Οι τελευταίες του εμφανίσεις του ήταν στο κέντρο «Πλάζα κλαμπ», στη Γλυφάδα, στο σίριαλ «Στην κόψη του ξυραφιού» στο Mega και στην ταινία «Με τον Ορφέα τον Αύγουστο». «Είπα να κάνω ένα διάλειμμα, να ξεκουραστώ λίγο, γιατί έχω δουλέψει για δύο ζωές… απνευστί. Αλλά μου έκανε τέτοια εντύπωση το καθισιό, που μου άρεσε, και είπα θα σταματήσω να δουλεύω».

ΤΑΚΗΣ Γ. ΜΑΡΤΑΤΟΣ


Αυθεντικός σύνδεσμος
PDF